Μετάφραση του "lure" σε Ελληνικά
Οι δόλωμα, δελεάζω, δέλεαρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lure" σε Ελληνικά.
lure
verb
noun
γραμματική
Something that tempts or attracts, especially one with a promise of reward or pleasure. [..]
-
δόλωμα
noun neuterThen you drop your line with your favorite lure right through.
Και μετά ρίχνεις την πετονιά με το δόλωμα που προτιμάς.
-
δελεάζω
verbYou lure them in with humor. Then you make them think.
Tους δελεάζεις με το χιούμορ και μετά τους βάζεις vα σκεφτούv.
-
δέλεαρ
noun neuterThe lure of big profits threatened the survival of the saltwater crocodile in Australia.
Το δέλεαρ των μεγάλων κερδών απείλησε την ύπαρξη του θαλάσσιου κροκοδείλου στην Αυστραλία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έλξη
- θέλγητρο
- παρασύρω
- γήτεμα
- θέλγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lure " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lure"
Φράσεις παρόμοιες με "lure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παρασύρομαι
-
παρασύρω κπ σε κτ
-
δελεάζω · παρασύρω
-
παρασύρω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη