Μετάφραση του "lye" σε Ελληνικά

Οι αλισίβα, αλυσίβα, σταχτόνερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lye" σε Ελληνικά.

lye noun verb γραμματική

A strong caustic alkaline solution of potassium or sodium salts, obtained by leaching wood ashes. It is much used in making soap as well as its use in biodiesel. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλισίβα

    noun feminine

    caustic alkaline solution [..]

    We'll never sneak that much lye into the yard.

    Δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε τόση αλισίβα εκεί μέσα.

  • αλυσίβα

    Noun

    You mean like using lye to dissolve a human body?

    Εννοείς όπως η χρήση αλυσίβα για να διαλυθεί ένα ανθρώπινο σώμα;

  • σταχτόνερο

    Noun neuter

    caustic alkaline solution

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισχυρό αλκαλικό διάλυμα
    • Αλισίβα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lye " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lye" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη