Μετάφραση του "maculation" σε Ελληνικά

Οι βούλα, κηλίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maculation" σε Ελληνικά.

maculation noun γραμματική

(Shakespearian) The act of spotting; a spot; a blemish. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούλα

    noun feminine
  • κηλίδα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maculation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "maculation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βλαττίδα · δερματική κηλίδα · σπίλος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maculation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη