Μετάφραση του "magnifying" σε Ελληνικά

Το μεγεθυντικός είναι η μετάφραση του "magnifying" σε Ελληνικά.

magnifying verb

Present participle of magnify. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγεθυντικός

    adjective

    I mean, look how big my magnifying glass is.

    Εννοώ, κοίτα πόσο μεγάλος είναι ο μεγεθυντικός φακός μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " magnifying " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "magnifying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μεγεθύνω
  • μεγεθυντικός φακός
  • μεγεθυντής · μεγεθυντικός φακός
  • μεγεθυντικός φακός
  • μεγεθυμένη εικόνα
  • αυξάνω · μεγαλύνω · μεγαλώνω · μεγεθύνω · υπερβάλλω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "magnifying" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη