Μετάφραση του "mainly" σε Ελληνικά
Το κυρίως είναι η μετάφραση του "mainly" σε Ελληνικά.
mainly
adverb
γραμματική
(obsolete) Forcefully, vigorously. [..]
-
κυρίως
adjectivechiefly; for the most part
It has a pleasant, natural smoky smell and taste, mainly of beech wood.
Το χοιρομέρι έχει ευχάριστο, φυσικό άρωμα και γεύση καπνιστού, κυρίως ξύλου οξιάς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mainly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη