Μετάφραση του "majuscule" σε Ελληνικά

Οι μεγαλογράμματος, κεφαλαίο γράμμα, μεγάλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "majuscule" σε Ελληνικά.

majuscule noun adjective γραμματική

A capital letter, especially one used in ancient manuscripts. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγαλογράμματος

  • κεφαλαίο γράμμα

    noun neuter
  • μεγάλος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " majuscule " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "majuscule" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη