Μετάφραση του "make good" σε Ελληνικά
Οι αποκαθιστώ, καταξιώνομαι, πετυχαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "make good" σε Ελληνικά.
make good
verb
γραμματική
(rare) To achieve substantial success in life, often in business. [..]
-
αποκαθιστώ
Verb verb73a. to provide restitution or reparation for: The bank teller made good the shortage and was given a light sentence. [dictionary.com]
-
καταξιώνομαι
-
πετυχαίνω
verb -
τα καταφέρνω
Local boy makes good.
Το χωριατόπαιδο τα κατάφερε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " make good " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "make good" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γίνομαι καλός (+ουσ.) · είμαι ό,τι πρέπει για (+ουσ.) · κάνω για (+ουσ.)
-
τηρώ τα υπεσχημένα · τηρώ την υπόσχεσή μου
-
βιομηχανία δερμάτινων ειδών
-
οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τούς καλούς φίλους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη