Μετάφραση του "make love" σε Ελληνικά

Οι κάνω έρωτα, συνουσιάζομαι, γαμώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "make love" σε Ελληνικά.

make love verb γραμματική

(euphemism) To engage in sexual intercourse. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάνω έρωτα

    verb

    to engage in sexual intercourse [..]

    I don't know about you, but I've always wanted to make love in the ladies'shoe department.

    Πάντα ήθελα να κάνω έρωτα στο τμήμα γυναικείων παπουτσιών.

  • συνουσιάζομαι

    verb

    κοιμάμαι(με)

  • γαμώ

    verb

    κοιμάμαι(με)

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνευρίσκομαι
    • έχω σεξουαλική επαφή
    • κάνω
    • κοιμάμαι
    • παίρνω
    • πηδώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " make love " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "make love" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "make love" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη