Μετάφραση του "malpractice" σε Ελληνικά
Οι κατάχρηση, αδίκημα, ιατρική αμέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "malpractice" σε Ελληνικά.
malpractice
noun
γραμματική
the improper treatment of a patient by a physician that results in injury or loss [..]
-
κατάχρηση
noun feminineThe audit revealed malpractices on the part of the NGO in question.
Από τον εν λόγω λογιστικό έλεγχο προέκυψε ότι έγινε κατάχρηση χρημάτων από μέρους της εν λόγω ΜΚΟ.
-
αδίκημα
nounWell, malpractice for visiting young surgeons seems promising.
Tα αδικήματα νεαρών χειρουργών στην πόλη είναι πολύ δελεαστικά.
-
ιατρική αμέλεια
The death had nothing to do with malpractice or the quality of care provided.
O θάνατος δεν έχει σχέση με ιατρική αμέλεια.
-
πλημμελής άσκηση ιατρικών καθηκόντων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " malpractice " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "malpractice" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραπλανητική διαφήμιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη