Μετάφραση του "mamma" σε Ελληνικά

Οι μαστός, βυζί, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mamma" σε Ελληνικά.

mamma noun γραμματική

(anatomy) The milk-secreting organ of female humans and other mammals which includes the mammary gland and the nipple or teat; a breast; an udder. Plural: mammae [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστός

    noun masculine
  • βυζί

    noun
  • μαμά

    noun feminine

    I know where you mamma parks your house.

    Ξέρω που παρκάρει η μαμά σου το σπίτι σας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μανούλα
    • μαστικός αδένας
    • μητέρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mamma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mamma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη