Μετάφραση του "maneuver" σε Ελληνικά
Οι ελιγμός, ελίσσομαι, ελίσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maneuver" σε Ελληνικά.
maneuver
verb
noun
γραμματική
(US) A movement, often one performed with difficulty. [..]
-
ελιγμός
noun masculinea large training exercise of military troops [..]
I've heard it was a new maneuver, but I've never heard the specifics.
Άκουσα ότι ήταν ένας νέος ελιγμός, αλλά ποτέ δεν άκουσα λεπτομέρειες.
-
ελίσσομαι
verb(intransitive) to intrigue, manipulate, plot, scheme [..]
I gives my motor a third back and maneuvers for an opening shot.
Δίνω στην μηχανή μου ένα τρίτο όπισθεν και ελίσσομαι για μια ανοικτή βολή.
-
ελίσσω
verbto move (something) carefully, and often with difficulty, into a certain position
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μανουβράρω
- μανούβρα
- κατευθύνω
- τέχνασμα
- στρατήγημα
- δεξιοτεχνική κίνηση
- διαχειρίζομαι
- στρατιωτικά μανούβρα
- στρατιωτική επιχείρηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maneuver " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "maneuver" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλευροκόπηση
-
ελίσσομαι
-
περιθώρια ελιγμών · περιθώρια κινήσεων
-
δεξιοτεχνική κίνηση · ελιγμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη