Μετάφραση του "manly" σε Ελληνικά
Οι ανδροπρεπής, αντρίκειος, αρρενωπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manly" σε Ελληνικά.
manly
adjective
adverb
γραμματική
Having the characteristics of a man. [..]
-
ανδροπρεπής
adjective masculine, femininehaving the characteristics of a man
You make a manly figure on your horse, Cardinal.
Είσαι πολύ ανδροπρεπής πάνω στο άλογό σου, Καρδινάλιε.
-
αντρίκειος
adjective masculinehaving the characteristics of a man
He seems a reasonable, manly sort of chap.
Φαίνεται λογικός, αντρίκειος τύπος.
-
αρρενωπός
adjective masculinehaving the characteristics of a man
You tell me that you love me'cause I'm so manly.
Μου λες ότι μ'αγαπάς επειδή είμαι τόσο αρρενωπός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανδρικός
- ανδρείως
- ανδροπρεπώς
- αντρειωμένα
- θαρραλέος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " manly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "manly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανδρισμός · ανδροπρέπεια · αρρενωπότητα · θάρρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη