Μετάφραση του "manned" σε Ελληνικά
Οι επανδρωμένος, Επανδρωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manned" σε Ελληνικά.
manned
adjective
verb
γραμματική
Operated by, performed by, or transporting a person; crewed. [..]
-
επανδρωμένος
adjective masculineoperated by a person
We have people in there, Hawke, and they've reported the equipment is being manned by the Libyans.
Έχουμε εκεί ανθρώπους Χωκ, κι έχουν αναφέρει ότι ο εξοπλισμός είναι επανδρωμένος από Λιβύους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " manned " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Manned
-
Επανδρωμένος
Sakai at point B here Manned and ready.
Σακάι στο σημείο Β. Επανδρωμένος και έτοιμος.
Φράσεις παρόμοιες με "manned" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρχοντοχωριάτης · νεόπλουτος
-
ευρυμαθής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη