Μετάφραση του "manometer" σε Ελληνικά

Οι μανόμετρο, Μανόμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manometer" σε Ελληνικά.

manometer noun γραμματική

an instrument to measure pressure in a fluid, especially a double-legged liquid column gauge used to measure the difference in the pressures of two fluids [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μανόμετρο

    noun neuter

    instrument [..]

    In the case of liquids, the substance itself serves as the fluid in the differential manometer.

    Στην περίπτωση των υγρών, ως υγρό στο διαφορικό μανόμετρο χρησιμοποιείται η ίδια η ουσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " manometer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Manometer
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μανόμετρο

    The needle has a lateral hole that transmits pressure to the manometer.

    Η βελόνη διαθέτει πλευρική οπή, μέσω της οποίας μεταδίδεται η πίεση στο μανόμετρο.

Εικόνες με "manometer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "manometer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη