Μετάφραση του "mapmaking" σε Ελληνικά

Το χαρτογραφία είναι η μετάφραση του "mapmaking" σε Ελληνικά.

mapmaking noun γραμματική

Cartography, the making of maps and charts. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρτογραφία

    noun feminine

    The expansion of Islam stimulated interest in mapmaking and navigation.

    Η επέκταση του Ισλάμ δημιούργησε ενδιαφέρον για τη χαρτογραφία και τη ναυσιπλοΐα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mapmaking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mapmaking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη