Μετάφραση του "marginal" σε Ελληνικά

Οι περιθωριακός, οριακός, αμφίβολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "marginal" σε Ελληνικά.

marginal adjective noun γραμματική

(chiefly UK, Australian) of an electoral district (such as a parliamentary constituency) where the winning margin was a small proportion of the total number of votes, so that only a small change in voting behaviour is necessary to alter the outcome of an election. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιθωριακός

    adjective masculine

    As I've told you, my role is a marginal one.

    Όπως σας είπα, ο ρόλος μου είναι περιθωριακός.

  • οριακός

    adjective masculine

    The transaction volume of such services is usually marginal.

    Ο όγκος των συναλλαγών των εν λόγω υπηρεσιών είναι συνήθως οριακός.

  • αμφίβολος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " marginal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Marginal
+ Προσθήκη

"Marginal" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Marginal στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "marginal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "marginal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη