Μετάφραση του "mass" σε Ελληνικά

Οι μάζα, λειτουργία, όγκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mass" σε Ελληνικά.

mass adjective verb noun γραμματική

(bodybuilding) Excess body weight, especially in the form of muscle hypertrophy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάζα

    noun feminine

    bodybuilding: excess body weight [..]

    Towable mass of a vehicle intended to draw a trailer without a service braking device.

    Μέγιστη επιτρεπόμενη ρυμουλκήσιμη μάζα οχήματος που προορίζεται να έλκει ρυμουλκούμενο χωρίς ίδιο σύστημα πέδησης.

  • λειτουργία

    noun feminine

    θρησκευτική ιεροτελεστία

    If you're gonna say mass later, you have to change anyway, right?

    Αν πρόκειται να κάνετε λειτουργία μετά, θα αλλάξετε έτσι κι αλλιώς, σωστά;

  • όγκος

    noun masculine

    Uh, the mass is harmless, so it actually stays in the belly until delivery.

    Ο όγκος είναι ακίνδυνος. Οπότε μένει στην κοιλιά μέχρι τον τοκετό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνολο
    • μαζικός
    • σωρός
    • συσσωρεύω
    • μαζεύω
    • Λειτουργία
    • θεία λειτουργία
    • συγκεντρώνομαι
    • μαζα
    • λαός
    • αφθονία
    • όχλος
    • αθρόος
    • μαζοποιούμαι
    • φουρνιά
    • επιδημία [+Γεν.]
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mass " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mass noun γραμματική

(Roman Catholic Church) The principal liturgical service of the Church, including a scripture service and a eucharistic service, which includes the consecration and oblation (offering) of the host and wine. One of the seven sacraments. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λειτουργία

    noun feminine

    Let me tell you that that man hasn't been to Mass in the last 10 years.

    Αυτός ο άνθρωπος έχει δέκα χρόνια να έρθει στη λειτουργία.

  • Μάζα

    Towable mass of a vehicle intended to draw a trailer without a service braking device.

    Μέγιστη επιτρεπόμενη ρυμουλκήσιμη μάζα οχήματος που προορίζεται να έλκει ρυμουλκούμενο χωρίς ίδιο σύστημα πέδησης.

Εικόνες με "mass"

Φράσεις παρόμοιες με "mass" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mass" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη