Μετάφραση του "masseur" σε Ελληνικά

Οι μασέρ, μασέζ, χειρομαλάκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "masseur" σε Ελληνικά.

masseur noun γραμματική

(massage) a person (especially male) who performs massage [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μασέρ

    He was just a traveling masseur till the day he died.

    Ήταν απλώς ένας ταξιδιώτης μασέρ μέχρι την ημέρα που πέθανε.

  • μασέζ

  • χειρομαλάκτης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " masseur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "masseur"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "masseur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη