Μετάφραση του "mastery" σε Ελληνικά

Οι αυθεντία, μαεστρία, υπεροχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mastery" σε Ελληνικά.

mastery noun γραμματική

The position or authority of a master; dominion; command; supremacy; superiority. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυθεντία

    noun feminine

    And eventually, if you're lucky, you achieve mastery.

    Και τελικά, αν είστε τυχεροί, μπορείτε να επιτύχετε την αυθεντία.

  • μαεστρία

    noun feminine

    But once we entered shallow waters his mastery began to falter.

    Mα, όταν φτάσαμε σε ρηχά νερά η μαεστρία του άρχισε να χάνετε.

  • υπεροχή

    noun feminine

    Knowing our genes is only the first step towards our future mastery of life.

    Γνωρίζοντας τα γονίδιά μας είναι μόνο το πρώτο βήμα για την μελλοντική μας υπεροχή στη ζωή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεξιοτεχνία
    • επιβολή
    • μαστορεία
    • μαστοριά
    • ανωτερότητα
    • αριστοτεχνικός χειρισμός
    • κατάκτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mastery " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mastery" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη