Μετάφραση του "matter" σε Ελληνικά

Οι ύλη, θέμα, ζήτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "matter" σε Ελληνικά.

matter verb noun γραμματική

(physics) The basic structural component of the universe. Matter usually has mass and volume. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύλη

    noun feminine

    substance that has rest mass and volume, or several other definitions

    Concentrated dark matter the fuel for accelerated space travel.

    Συμπικνωμένη σκοτεινή ύλη, το καύσιμο για ένα διαστημικό ταξίδι.

  • θέμα

    noun neuter

    I do not think that we should close all the doors on this matter.

    Πιστεύω ότι δεν πρέπει να κλείσουμε όλες τις πόρτες σε αυτό το θέμα.

  • ζήτημα

    noun neuter

    It seems that Tom knows nothing about this matter.

    Φαίνεται ότι ο Τομ δεν ξέρει τίποτα σχετικά μ' αυτό το ζήτημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπόθεση
    • ουσία
    • πράγμα
    • περιεχόμενο
    • σημαίνω
    • πρόβλημα
    • υλικό
    • νοιάζει
    • έχω σημασία
    • μετρώ
    • βαραίνω
    • είμαι άξιος λόγου
    • παίζω ρόλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " matter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "matter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "matter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη