Μετάφραση του "maul" σε Ελληνικά
Οι κακοποιώ, βαριά, κοπανίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maul" σε Ελληνικά.
maul
verb
noun
γραμματική
A heavy long-handled hammer, used for splitting logs by driving a wedge into it, or in combat. [..]
-
κακοποιώ
verb -
βαριά
nounHave we got a maul and frow?
Έχουμε σφυρί και βαριά;
-
κοπανίζω
verb -
κτυπώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maul " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "maul"
Φράσεις παρόμοιες με "maul" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δέντρο Quercus chrysolepis
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη