Μετάφραση του "measures" σε Ελληνικά
Το μέτρα είναι η μετάφραση του "measures" σε Ελληνικά.
measures
verb
noun
Plural form of measure. [..]
-
μέτρα
nounThe report describes several difficulties with respect to the free circulation of provisional measures.
Στην έκθεση περιγράφονται διάφορες δυσχέρειες στην ελεύθερη κυκλοφορία των ασφαλιστικών μέτρων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " measures " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "measures" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάποιο στοιχειώδες
-
Μέτρα υποστήριξης / επιτήρησης ηλεκτρονικού
-
Εθνικό πρόγραμμα πιστοποίησης μετρήσεων
-
μέτρηση ύψους
-
Οδηγία για τα μετρητικά όργανα
-
αντισταθμιστικό μέτρο
-
μέτρο · μετροταινία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη