Μετάφραση του "melancholy" σε Ελληνικά

Οι μελαγχολία, μελαγχολικός, αθημία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "melancholy" σε Ελληνικά.

melancholy adjective noun γραμματική

Affected with great sadness or depression. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μελαγχολία

    noun feminine

    Affected with sadness or depression

    I knew how to cut off his leg, butNnot how to cure his melancholy.

    Ήξερα πώς να του κόψω το πόδι, αλλά όχι πώς να θεραπεύσω την μελαγχολία του.

  • μελαγχολικός

    adjective

    Quite the air of melancholy after a successful heist.

    Είσαι αρκετά μελαγχολικός, παρά την επιτυχία της ληστείας.

  • αθημία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακεφία
    • αδράνεια
    • απάθεια
    • αδιαφορία
    • σκυθρωπός
    • ανία
    • βαρεμάρα
    • πλήξη
    • μαύρη χολή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " melancholy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "melancholy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη