Μετάφραση του "mend" σε Ελληνικά

Οι επισκευάζω, επιδιορθώνω, επιδιόρθωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mend" σε Ελληνικά.

mend verb noun γραμματική

A place, as in clothing, which has been repaired by mending. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επισκευάζω

    verb

    to repair

    I mend the boats, test them and all the while the memories come in like the tide.

    Επισκευάζω τα σκάφη, τα δοκιμάζω κι όλες οι αναμνήσεις ορμούν σαν παλίρροια.

  • επιδιορθώνω

    verb

    And I mend clothes.

    Και επιδιορθώνω τα ρούχα.

  • επιδιόρθωση

    noun feminine

    But the closure of the border by France to Italian trains, and Danish demands to mend Schengen shows it is in crisis.

    Όμως το κλείσιμο των συνόρων από τη Γαλλία στους ιταλικούς συρμούς και τα αιτήματα της Δανίας για επιδιόρθωση του Σένγκεν δείχνει ότι βρίσκεται σε κρίση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διορθώνω
    • βελτιώνω
    • επισκευή
    • βελτιώνομαι
    • αποκαθιστώ
    • αναρρώνω
    • επουλώνομαι
    • μπαλώνω
    • γιατρεύομαι
    • καρίκωμα
    • ρύθμιση
    • εργασία αποκατάστασης
    • θεραπεύομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mend"

Φράσεις παρόμοιες με "mend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μένδης
  • Αναρρώνει
  • επιδιόρθωση · εργασία αποκατάστασης · καρίκωμα · ρύθμιση · φτιάξιμο
  • επισκευάζω
  • επιδιόρθωση · εργασία αποκατάστασης · καρίκωμα · ρύθμιση · φτιάξιμο
  • επιδιόρθωση · εργασία αποκατάστασης · καρίκωμα · ρύθμιση · φτιάξιμο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη