Μετάφραση του "menial" σε Ελληνικά
Οι ταπεινός, δουλοπρεπής, μικροπρεπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "menial" σε Ελληνικά.
menial
adjective
noun
γραμματική
Of or relating to work normally performed by a servant. [..]
-
ταπεινός
adjectiveThey felt that a menial task such as this would calm your mind clear your thoughts of distractions.
Πιστεύει ότι μια ταπεινή εργασία θα σε ηρεμήσει... θα καθαρίσει τις σκέψεις σου.
-
δουλοπρεπής
-
μικροπρεπής
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποτιμητικός
- χαμηλου κυρους, υπηρετικος
- χαμηλόβαθμος
- αναξιοπρεπής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " menial " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "menial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανειδίκευτος εργάτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη