Μετάφραση του "menopause" σε Ελληνικά

Οι εμμηνόπαυση, εμμηνοπαυση, κλιμακτήριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "menopause" σε Ελληνικά.

menopause noun γραμματική

The final menstruation of a female. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμμηνόπαυση

    noun feminine

    ending of menstruation [..]

    Your game is wearing thin like the uterine lining of a menopausal woman!

    Το παιχνίδι σας είναι τόσο αποδοτικό όσο μια μήτρα σε εμμηνόπαυση.

  • εμμηνοπαυση

    After that, it' s a sleigh ride into menopause

    Μετα απ`αυτο θα`μπεις σ`εμμηνοπαυση

  • κλιμακτήριος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " menopause " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "menopause" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη