Μετάφραση του "mental" σε Ελληνικά
Οι διανοητικός, πνευματικός, νοητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mental" σε Ελληνικά.
of or relating to the mind or an intellectual process [..]
-
διανοητικός
adjective masculinerelating to the mind
To be honest, I'm more concerned about your own mental state.
Πιο πολύ ανησυχώ για τη δική σου διανοητική υγεία.
-
πνευματικός
adjective masculinerelating to the mind [..]
There are no general provisions dealing with work involving special hazards or heavy physical or mental strain.
Δεν υπάρχουν γενικές διατάξεις σχετικά με την εργασία που ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση.
-
νοητικός
adjective masculinerelating to the mind
Look, Mike, that's what you always hear because mentally you're in a fuckin'hammock on a back porch.
Μάικ, αυτό ακούς πάντα, γιατί νοητικά είσαι σε μια αιώρα στην πίσω αυλή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τρελός
- ψυχάκιας
- γενειακός
- πωγωνικός
- ψυχικός
- νοερός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mental " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψυχικά
-
λαθεμένος συλλογισμός · σφάλμα συλλογισμού
-
αναστάτωση · αταξία
-
διανοητική διαταραχή · ψυχική διαταραχή
-
ψυχική ισορροπία
-
νευρικός κλονισμός
-
ψυχικά ασθενής · ψυχικά πάσχων
-
νοητική ανεπάρκεια · νοητική στέρηση