Μετάφραση του "mercerizing" σε Ελληνικά

Το μερσεριζέ είναι η μετάφραση του "mercerizing" σε Ελληνικά.

mercerizing verb

Third-person singular simple present indicative form of mercerize. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μερσεριζέ

    finishing process for thread, most often cotton

    (e) marker threads of white mercerized cotton threads having a maximum linear density of 50 tex.

    ε) νήματα μερσεριζέ από άσπρο βαμβάκι με μέγιστη γραμμική πυκνότητα 50 tex χρησιμοποιούμενα ως δείκτες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mercerizing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mercerizing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mercerizing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη