Μετάφραση του "merchandise" σε Ελληνικά

Οι εμπόρευμα, πραμάτεια, εμπορεύματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "merchandise" σε Ελληνικά.

merchandise verb noun γραμματική

(uncountable) Commodities offered for sale. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπόρευμα

    noun neuter

    commodities offered for sale

    All you gotta do is snap some pictures of a guy with some stolen merchandise.

    Πρέπει μόνο να φωτογραφίσουμε τον τύπο μαζί με το κλεμμένο εμπόρευμα.

  • πραμάτεια

    noun

    Thank you for bringing me my merchandise.

    Σας ευχαριστώ που μου φέρατε πίσω την πραμάτεια μου.

  • εμπορεύματα

    You will be driving legal merchandise to Russia and will bring something back for us in return.

    Θα μεταφέρεις εμπορεύματα στη Ρωσία και θα φέρνεις άλλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπορεύομαι
    • αγαθά
    • αγορά
    • ψώνιο
    • συναλλάσσομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " merchandise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "merchandise"

Φράσεις παρόμοιες με "merchandise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "merchandise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη