Μετάφραση του "merge" σε Ελληνικά

Οι συγχωνεύω, συγχωνεύομαι, συγχώνευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "merge" σε Ελληνικά.

merge verb noun γραμματική

(transitive) To combine into a whole. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγχωνεύω

    verb

    to combine into a whole [..]

    The competition and consumer authorities have merged and the new structure is in the early stages of implementation.

    Οι αρχές ανταγωνισμού και καταναλωτών συγχωνεύθηκαν και η νέα δομή βρίσκεται στα αρχικά στάδια εφαρμογής.

  • συγχωνεύομαι

    verb

    to be combined into a whole [..]

  • συγχώνευση

    noun

    result of the act of combine several entities to form one [..]

    We do not support the proposal to merge the panels.

    Δεν υποστηρίζουμε την πρόταση για συγχώνευση των υπηρεσιών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενώνω
    • συνδέω
    • συνενώνω
    • ενώνομαι
    • απορροφώ
    • ανακατεύω
    • αναμιγνύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " merge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Merge
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συγχωνεύω

    The competition and consumer authorities have merged and the new structure is in the early stages of implementation.

    Οι αρχές ανταγωνισμού και καταναλωτών συγχωνεύθηκαν και η νέα δομή βρίσκεται στα αρχικά στάδια εφαρμογής.

Φράσεις παρόμοιες με "merge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "merge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη