Μετάφραση του "mesmerism" σε Ελληνικά

Οι υπνωτισμός, μαγνητισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mesmerism" σε Ελληνικά.

mesmerism noun γραμματική

The method or power of gaining control over someone's personality or actions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπνωτισμός

  • μαγνητισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mesmerism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mesmerism"

Φράσεις παρόμοιες με "mesmerism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαγεμένος · σαγηνευμένος · υπνωτισμένος
  • σαγηνευτικός
  • γοητεύω · καταπλήσσω · μαγνητίζω · υπνωτίζω
  • γοητευτικη εμπειρια
  • γοητεύω · καταπλήσσω · μαγνητίζω · υπνωτίζω
  • μαγεμένος · σαγηνευμένος · υπνωτισμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mesmerism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη