Μετάφραση του "meteor" σε Ελληνικά
Οι μετέωρο, μετεωρίτης, Μετέωρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "meteor" σε Ελληνικά.
(archaic) Any atmospheric phenomenon. (Thus the derivation of meteorology. ) These were sometimes classified as aerial or airy meteors (winds), aqueous or watery meteors (hydrometeors: clouds, rain, snow, hail, dew, frost), luminous meteors (rainbows and aurora), and igneous or fiery meteors (lightning and shooting stars [next]). [..]
-
μετέωρο
noun neuterstreak of light
The desert basin has given geologists a better understanding of what happens when a meteor strikes Mercury's surface.
Από την έρημη λεκάνη οι γεωλόγοι κατανόησαν καλύτερα τι συμβαίνει όταν ένα μετέωρο χτυπάει την επιφάνεια του Ερμή.
-
μετεωρίτης
noun masculineBecause if there's meteor rock in there, it could kill you.
Επειδή αν υπάρχει μετεωρίτης εκεί, μπορεί να σε σκοτώσει.
-
Μετέωρο
visible streak of light from a meteoroid that enters the earth's atmosphere
It is some meteor that the sun exhales to light thee on thy way to Mantua.
Μετέωρο είναι που φωτίζει το δρόμο σου για τη Μάντουα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αερόλιθος
- διάττοντας αστέρας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " meteor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Meteor" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Meteor στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "meteor"
Φράσεις παρόμοιες με "meteor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μετεωρική βροχή
-
vροχή διαττόντων · βροχή διαττόντων · βροχή μετεώρων
-
απότομος · αστραπιαίος · βραχύβιος · εφήμερος · ιλιγγιώδης · μετεωρικός · πρόσκαιρος · ραγδαίος · φευγαλέος
-
απότομος · αστραπιαίος · βραχύβιος · εφήμερος · ιλιγγιώδης · μετεωρικός · πρόσκαιρος · ραγδαίος · φευγαλέος