Μετάφραση του "metering" σε Ελληνικά
Το καταμέτρηση είναι η μετάφραση του "metering" σε Ελληνικά.
metering
adjective
noun
verb
γραμματική
used to meter something [..]
-
καταμέτρηση
In some Member States, in some sectors, such as agriculture or households, metering of water consumption is not fully implemented.
Σε ορισμένα κράτη μέλη, σε ορισμένους τομείς, όπως η γεωργία ή τα νοικοκυριά, δεν εφαρμόζεται πλήρως η καταμέτρηση της κατανάλωσης του νερού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " metering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "metering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μετρητής σχετικής ιονοσφαιρικής αδιαφάνειας
-
Φωτόμετρο · φωτόμετρο
-
Μέτρα ανά δευτερόλεπτο
-
Προηγμένη υποδομή μέτρησης
-
θερμικός μετρητής ισχύος
-
μετρητής φορτίου
-
μετρητής στάθμης
-
Μετρητής ροής μέσω υπερήχων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη