Μετάφραση του "methodology" σε Ελληνικά
Οι μεθοδολογία, μεθοδολογίες, Μεθοδολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "methodology" σε Ελληνικά.
The study of methods used in a field. [..]
-
μεθοδολογία
noun femininethe study of methods used in a field [..]
The framework will provide a limited number of common indicators and a common methodology.
Το πλαίσιο θα προβλέπει περιορισμένο αριθμό κοινών δεικτών και κοινή μεθοδολογία.
-
μεθοδολογίες
nounThe system of methods and principles used in a particular discipline.
National control plans are worked out by using different methodologies.
Τα εθνικά ελεγκτικά σχέδια καταστρώνονται με διάφορες μεθοδολογίες.
-
Μεθοδολογία
systematic, theoretical analysis of the methods applied to a field of study
On-the-spot inspection methodology, selection, execution, quality control and reporting of individual results
Μεθοδολογία των επιτόπιων επιθεωρήσεων, επιλογή, εκτέλεση, έλεγχος ποιότητας και κοινοποίηση των επιμέρους αποτελεσμάτων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " methodology " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "methodology" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ιεραρχική μεθοδολογία ανάπτυξης
-
μεθοδολογία του δικαίου
-
μεθοδολογία πίνακα ισορροπημένης στοχοθεσίας
-
πρότυπο μεθοδολογίας
-
μεθοδολογία έγκρισης
-
Ιεραρχική μεθοδολογία ανάπτυξης
-
έγκυρη μεθοδολογία