Μετάφραση του "middling" σε Ελληνικά
Το μέτριος είναι η μετάφραση του "middling" σε Ελληνικά.
middling
adjective
noun
adverb
γραμματική
of intermediate or average size, position or quality; mediocre [..]
-
μέτριος
adjective masculineWhen there's a fair to middling chance you may not make it.
Όταν υπάρχει μία καλή προς μέτρια πιθανότητα, μπορεί να μην τα καταφέρεις να πας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " middling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "middling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κεντρώος
-
από (+ουσ.) να φαν κι οι κότες · τρώω κτ με το κουτάλι
-
προσωνυμία τής Κίνας · το κεντρικό βασίλειο
-
ενδιάμεσος · κέντρο · κεντρικός · μέση · μέσο · μέσος · μεσαίο · μεσαίος · μεσοθώρακας · μπούστο · παράμεσος
-
Μεσαιωνική Αγγλική
-
μεσαίο στέλεχος
-
στη μαύρη ερημιά · στην εξορία τού Αδάμ · στην ερημιά τού Θεού · στην εσχατιά τής γης · στου διαόλου τή μάνα · τέρμα Θεού
-
Μέση Γη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη