Μετάφραση του "mildew" σε Ελληνικά

Οι μούχλα, περονόσπορος, ερυσίβη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mildew" σε Ελληνικά.

mildew verb noun γραμματική

(botany) A growth of minute powdery or webby fungi, whitish or of different colors, found on various diseased or decaying substances. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μούχλα

    noun feminine

    growth of minute fungi

    Job, no wonder this house smells like mildew.

    Ζο, δεν αναρωτιέμαι γιατί το σπίτι μυρίζει μούχλα.

  • περονόσπορος

    noun

    One can prevent mildew by spraying with copper sulfate.

    Ο περονόσπορος προλαμβάνεται δια των ψεκασμών... διαλύσεων βαρδιγαλλείου ή βουργουνδίου πολτού.

  • ερυσίβη

    feminine

    It might be used instead of Ogam in the event of severe powdery mildew occurrence.

    Μπορεί να χρησιμοποιείται αντί για το Ogam σε περίπτωση σοβαρής προσβολής από την ερυσίβη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μουχλιάζω
    • μύκητας μούχλας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mildew " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mildew"

Φράσεις παρόμοιες με "mildew" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mildew" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη