Μετάφραση του "milking" σε Ελληνικά

Το άρμεγμα είναι η μετάφραση του "milking" σε Ελληνικά.

milking noun verb γραμματική

Present participle of milk. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρμεγμα

    removing milk from the mammary glands of an animal

    The day after, we can start milking again and mending our fences.

    Την επόμενη μέρα, συνεχίζουμε κανονικά με το άρμεγμα και τις περιφράξεις μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " milking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "milking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γάλα αμυγδάλου
  • κατσικίσιο γάλα
  • αμέλγω · απομυζώ · αποσπώ · αρμέγω · γάλα · γαλακτερός · εκμεταλλεύομαι · εξαντλώ
  • σοκολατούχο γάλα
  • συμπυκνωμένο γάλα
  • γάλα σε σκόνη · γάλα σκόνη
  • 2-υδροξυπροπανικό οξύ · α-υδροξυπροπανικό οξύ · γαλακτικό οξύ
  • φυτό astragalus glycyphyllos
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "milking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη