Μετάφραση του "mind-set" σε Ελληνικά

Οι λογική, νοοτροπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mind-set" σε Ελληνικά.

mind-set noun

a habitual or characteristic mental attitude that determines how you will interpret and respond to situations

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογική

    noun

    When it comes to creating wealth, wealth is a mind set.

    Γιατί όταν τα πράγματα αφορούν πλούτο και υγεία επεμβαίνει η λογική.

  • νοοτροπία

    noun

    And you've made a living off that mind-set.

    Εσύ βγάζεις το ψωμί σου, με αυτή τη νοοτροπία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mind-set " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mind-set" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη