Μετάφραση του "minimize" σε Ελληνικά

Οι ελαχιστοποιώ, περιορίζω, ελαχιστοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minimize" σε Ελληνικά.

minimize verb γραμματική

(transitive) To make (something) as small or as insignificant as possible. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελαχιστοποιώ

    verb

    To make small as possible

    And so I must minimize my contact with others.

    Γι'αυτό πρέπει να ελαχιστοποιώ την επαφή μου με άλλους.

  • περιορίζω

    verb

    There are drugs that can minimize the symptoms.

    Υπάρχουν φάρμακα που μπορούν να περιορίσουν τα συμπτώματα.

  • ελαχιστοποίηση

    To reduce a window to a button on the taskbar by clicking the Minimize button (leftmost button on the right side of the title bar) or by pressing ALT+SPACEBAR and then pressing N.

    The risks likely to arise and the methods and procedures to minimize the hazards arising, must be specified.

    Πρέπει ακόμη να διευκρινίζονται οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι, καθώς και οι μέθοδοι και διαδικασίες προς ελαχιστοποίηση αυτών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελαττώνω
    • μειώνω
    • υποτιμώ
    • υποβαθμίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minimize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Minimize
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ελαχιστοποιώ

    And so I must minimize my contact with others.

    Γι'αυτό πρέπει να ελαχιστοποιώ την επαφή μου με άλλους.

Φράσεις παρόμοιες με "minimize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απέριττος · ελάχιστος · κατώτατος · μηδαμινός · πενιχρός
  • ελαχιστοποίηση των αποβλήτων
  • ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων
  • Μινιμαλιστική μουσική
  • ήμισυ · ελάχιστη ποσότητα · ελάχιστο πράγμα · μισό · νάνος · σταγόνα
  • στοιχειώδης εκπαίδευση
  • ελαχιστοποίηση
  • δυναμικό (ικανότητα) ελαχιστοποίησης των αποβλήτων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minimize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη