Μετάφραση του "minor" σε Ελληνικά
Οι ελάσσων, ασήμαντος, ανήλικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minor" σε Ελληνικά.
Of little significance or importance. [..]
-
ελάσσων
adjective masculinemusical scale [..]
A minor work compared to much of the collection.
Ένα ελάσσων έργο σε σύγκριση με την υπόλοιπη συλλογή.
-
ασήμαντος
adjectiveof little importance
When he was in the minors he bought a new pair of spikes and hurt his feet.
Οταν ήταν ασήμαντος αγόρασε ενα καινούργιο ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και τον πόνεσαν τα πόδια του.
-
ανήλικος
noun masculineA person who is too young to be considered legally competent according to the laws of a jurisdiction.
In the contract entered into with the supplier, the minor is plainly a consumer.
Είναι πρόδηλο ότι ο ανήλικος συνάπτει ως καταναλωτής τη σχετική σύμβαση με τον πωλητή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μινόρε
- μικρός
- ήσσων
- δευτερεύων
- ελάσσονα
- λεπτομερειακός
- μικρή
- μικρόσ
- παιδί
- μικρότερος
- ελάσσων, -ων, έλασσον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " minor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A surname.
-
Ελάσσων, δευτερεύων
Φράσεις παρόμοιες με "minor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ομάδα μικρών πλανητών
-
Ελάσσων στρογγύλος μυς
-
Μικρός πλανήτης · αστεροειδής
-
μικροεπέμβαση
-
κυβέρνηση μειοψηφίας
-
δεύτερης κατηγορίας
-
ελάσσων βασιλική
-
δικαιώματα των μειονοτήτων