Μετάφραση του "misappropriation" σε Ελληνικά

Οι κατάχρηση, υπεξαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "misappropriation" σε Ελληνικά.

misappropriation noun γραμματική

The wrongful, fraudulent or corrupt use of other's funds in one's care. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάχρηση

    noun feminine

    Person subject to investigation by the Ukrainian authorities for involvement in the misappropriation of public funds.

    Πρόσωπο για το οποίο διεξάγεται έρευνα από τις ουκρανικές αρχές για συμμετοχή σε κατάχρηση δημόσιων κονδυλίων.

  • υπεξαίρεση

    noun feminine

    Involved in the misappropriation of public funds and in the funding and arming of the militia.

    Ενέχεται στην υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος και στη χρηματοδότηση και τον εξοπλισμό παραστρατιωτικών ομάδων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " misappropriation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "misappropriation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καταχρώμαι · σφετερίζομαι · υπεξαιρώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "misappropriation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη