Μετάφραση του "missile" σε Ελληνικά
Οι πύραυλος, βλήμα, πύραυλοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "missile" σε Ελληνικά.
An object intended to be launched into the air at a target. [..]
-
πύραυλος
noun masculineself-propelled, guidable projectile
She was still there when the first cruise missile arrived.
Ήταν ακόμη εκεί, όταν έπεσε ο πρώτος πύραυλος Κρουζ.
-
βλήμα
noun neuterair-based weapon [..]
They have no idea that it's going to be delivered by missile.
Δεν έχουν ιδέα ότι θα εκτοξευθεί με βλήμα.
-
πύραυλοι
masculine, pluralThen those nuclear bombs, those missiles turned it into this desert.
Έπειτα, αυτές οι πυρηνικές βόμβες, αυτοί οι πύραυλοι το έκαναν μια έρημο.
-
Πύραυλος
self-propelled guided weapon system
The Pentagon has confirmed an errant test missile is in fact on a direct course for the tristate area.
Πύραυλος από πεδίο δοκιμών εξοστρακίστηκε και κατευθύνεται ανατολικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " missile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "missile"
Φράσεις παρόμοιες με "missile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βλήμα κατευθυνόμενο από λέιζερ
-
κατευθυνόμενο βλήμα · κατευθυνόμενος πύραυλος
-
Πύραυλος αέρος-επιφανείας
-
πύραυλος Κρουζ · πύραυλος τύπου Κρουζ
-
Πύραυλος αέρος-αέρος
-
αντιπυραυλική άμυνα
-
αντιβαλλιστικός πύραυλος
-
Βαλλιστικός πύραυλος · βαλλιστικός πύραυλος