Μετάφραση του "mistrustfulness" σε Ελληνικά

Το δυσπιστία είναι η μετάφραση του "mistrustfulness" σε Ελληνικά.

mistrustfulness noun γραμματική

Quality of being mistrustful.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσπιστία

    noun

    Consumer confidence has been replaced by widespread mistrust.

    H εμπιστοσύνη των καταναλωτών έχει μετατραπεί σε δυσπιστία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mistrustfulness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mistrustfulness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αμφιβάλλω · αντιμετωπίζω με καχυποψία · δεν εμπιστεύομαι · δεν πολυεμπιστεύομαι · δυσπιστία · δυσπιστώ · καχυποψία · υποψία
  • δύσπιστος · καχύποπτος
  • αμφιβάλλω · αντιμετωπίζω με καχυποψία · δεν εμπιστεύομαι · δεν πολυεμπιστεύομαι · δυσπιστία · δυσπιστώ · καχυποψία · υποψία
  • δύσπιστος · καχύποπτος
  • αμφιβάλλω · αντιμετωπίζω με καχυποψία · δεν εμπιστεύομαι · δεν πολυεμπιστεύομαι · δυσπιστία · δυσπιστώ · καχυποψία · υποψία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mistrustfulness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη