Μετάφραση του "mob" σε Ελληνικά

Οι όχλος, στριμώχνω, συμμορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mob" σε Ελληνικά.

mob verb noun abbreviation γραμματική

An unruly group of people. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όχλος

    noun masculine

    group of animals [..]

    For yes, it was now a mob, lacking any organization.

    Γιατί είχαν καταντήσει πια όχλος, χωρίς την παραμικρή οργάνωση.

  • στριμώχνω

    verb

    to crowd around a person [..]

  • συμμορία

    noun feminine

    mafia

    So, we find the suspects with mulch, we find the mob.

    Bρίσκουμε ύποπτους με το λίπασμα και βρίσκουμε τη συμμορία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαφία
    • Συνδικάτο
    • μπουλούκι
    • γκανγκστερική συμμορία
    • επιτίθεμαι βίαια
    • λαουτζίκος
    • ο κοσμάκης
    • πλήθος
    • συγκεντρώνομαι για να χειροκροτήσω
    • συνδικάτο του εγκλήματος
    • συνωθούμαι
    • συνωστίζομαι
    • συρφετός
    • σκυλολόι
    • αγέλη
    • προσβάλλω
    • μάζα
    • σπείρα
    • όχλος τραμπούκων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mob " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

MOB abbreviation

Man Over Board, used e.g. on the emergency button of a satellite navigator. By pushing the button the operator stores the coordinates of a man overboard incident for easy access. [..]

+ Προσθήκη

"MOB" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το MOB στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "mob"

Φράσεις παρόμοιες με "mob" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφιονισμένος όχλος · εξαγριωμένος όχλος · ωρυόμενος όχλος
  • συμμοριτοπόλεμος
  • φονικός όχλος
  • σκηνές φαρ ουέστ
  • ψυχολογία τής μάζας · ψυχολογία τού όχλου
  • Προσβολή · ηθική παρενόχληση
  • η μαφία · ο όχλος · οι μάζες
  • μεγάλο στρίμωγμα.
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mob" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη