Μετάφραση του "mobility" σε Ελληνικά

Οι κινητικότητα, κινητικοτητα, ευκινησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mobility" σε Ελληνικά.

mobility noun γραμματική

(uncountable) The condition of being mobile [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κινητικότητα

    noun feminine

    ability to move [..]

    Training today will prepare us for the mobility of tomorrow.

    Η επιμόρφωση του σήμερα μας προετοιμάζει για την αυριανή κινητικότητα.

  • κινητικοτητα

    Well, behind us or in front of us, once we start scrambling'up there, we've lost our mobility.

    Πισω ή μπροστα μας, θα χασουμε την κινητικοτητα μας, αν σκαρφαλωσουμε.

  • ευκινησία

    noun

    I did like the mobility, but being a human is good, too.

    Μ'άρεσε η ευκινησία, αλλά το να είσαι άνθρωπος είναι επίσης καλό.

  • κινητικότητα, ευκινησία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mobility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mobility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mobility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη