Μετάφραση του "mocking" σε Ελληνικά
Το διακωμώδηση είναι η μετάφραση του "mocking" σε Ελληνικά.
mocking
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of mock. [..]
-
διακωμώδηση
nounThe mocking, the insults, the humiliation.
Η διακωμώδηση, οι προσβολές, η ταπείνωση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mocking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mocking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
-οπερέτα · απογοητεύω · αψηφώ · γελώ · εμπαίζω · κοροϊδεύω · μιμούμαι · παρωδώ · περιγελώ · περιπαίζω · πλαστός · προπηλακίζω · υβρίζω · χλευάζω · χλευασμός · ψευδής · ψεύτικος
-
Ομοίωμα, μακέτα
-
προσχέδιο
-
ομοίωμα
-
εικονικό αντικείμενο
-
δέντρο Prunus caroliniana
-
κοροϊδεύω
-
εικονική δίκη · παρωδία δίκης · προκάτ δίκη · στημένη δίκη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη