Μετάφραση του "moderate" σε Ελληνικά

Οι μέτριος, μετριοπαθής, περιορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moderate" σε Ελληνικά.

moderate adjective verb noun γραμματική

Not excessive; acting in moderation [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτριος

    adjective masculine

    Overall, Turkey is moderately advanced in this area.

    Γενικά, η Τουρκία έχει σημειώσει μέτρια πρόοδο σε αυτόν τον τομέα.

  • μετριοπαθής

    adjective masculine, feminine

    For years Mugabe was an incredibly moderate ruler.

    Για πολλά χρόνια ο Μουγκάμπε ήταν ένας εξαιρετικά μετριοπαθής ηγέτης.

  • περιορίζω

    verb

    Moreover, it is necessary to moderate the scope of the referring court’s request for a preliminary ruling.

    Επιπλέον, είναι αναγκαίο να περιοριστεί η έκταση της αίτησης του αιτούντος δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετριάζω
    • αναμένω
    • περιμένω
    • απαλύνω
    • κεντρώος
    • ελέγχω
    • προεδρεύω
    • συντονίζω
    • κέντρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moderate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Moderate
+ Προσθήκη

"Moderate" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Moderate στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "moderate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαιτητής · επιμελητής · επόπτης · μεσολαβητής · προεδρεύων · συντονιστής
  • κεντροδεξιά
  • κεντροαριστερά
  • με μέτρο
  • Μέτρο · αυτοσυγκράτηση · μετριασμός · μετριοπάθεια
  • μέτρια · μετριοπαθώς
  • Επιβραδυντής νετρονίων
  • μετριάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moderate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη