Μετάφραση του "modesty" σε Ελληνικά

Οι μετριοφροσύνη, μετριοπάθεια, σεμνότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "modesty" σε Ελληνικά.

modesty noun γραμματική

The quality of being modest; having a limited and not overly high opinion of oneself and one's abilities. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετριοφροσύνη

    noun feminine

    the quality of being modest

    Yes, but I wanted to hear how it sounded with a touch of modesty.

    Ναι, μα ήθελα να το ακούσω με έναν τόνο μετριοφροσύνης.

  • μετριοπάθεια

    noun feminine

    moderate behaviour; reserve

    I fear that reality forces a little more modesty upon us.

    Φοβούμαι πως η πραγματικότητα μας επιβάλλει λίγο περισσότερη μετριοπάθεια.

  • σεμνότητα

    noun feminine

    pudency, avoidance of sexual explicitness

    Well, my greatness is only overshadowed by my modesty.

    Το μεγαλείο μου επισκιάζεται μόνο από την σεμνότητα μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ταπεινότητα
    • ταπεινοφροσύνη
    • αιδώς
    • σεμνότης
    • αγνότητα
    • αιδημοσύνη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " modesty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "modesty" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "modesty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη