Μετάφραση του "moil" σε Ελληνικά
Οι κόπος, κοπιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moil" σε Ελληνικά.
moil
verb
noun
γραμματική
To toil, to work hard. [..]
-
κόπος
noun masculine -
κοπιάζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " moil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη