Μετάφραση του "molesting" σε Ελληνικά

Το παρενοχλώ είναι η μετάφραση του "molesting" σε Ελληνικά.

molesting verb

Present participle of molest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρενοχλώ

    Λέει ότι δεν θα μπορούσε να παρενοχλήσει το κορίτσι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " molesting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "molesting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποπλάνηση ανηλίκου · παιδεραστία · σεξουαλική κακοποίηση παιδιών
  • ασελγώ · βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · ενοχλώ · επιβαρύνω · κακοποιώ · κατατρέχω · κυνηγώ · παρενοχλώ · πιλατεύω
  • ενόχληση · κακοποίηση · παρενόχληση · σεξουαλική παρενόχληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "molesting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη